Μερικές παρατηρήσεις για την έκρηξη βίας του Δεκεμβρίου του 2008


Θα ξεκινήσω με μερικά στοιχεία που βρίσκονται στην ιστοσελίδα μιας μη κυβερνητικής οργάνωσης με ιδιαίτερα σημαντική δράση σε θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αυτή του Ελληνικού Παρατηρητηρίου των Συμφωνιών του Ελσίνκι (ΕΠΣΕ). Εκεί, μπορεί κανείς να βρει ότι κατά την περίοδο 2003-2007, ερευνήθηκαν πειθαρχικά 238 καταγγελίες κατά αστυνομικών για κακομεταχείριση και αποτάχθηκε ένας, ενώ για 127 από αυτές σχηματίσθηκαν ποινικές δικογραφίες και μέχρι σήμερα υπήρξαν δύο πρωτόδικες καταδίκες που εκκρεμούν ενώπιον εφετείων. Οι υποθέσεις αυτές αφορούσαν 180 καταγγέλλοντα άτομα, από τα οποία 11 είναι Ρομά, 122 αλλοδαποί και 47 λοιποί Έλληνες πολίτες. Αυτά σύμφωνα με επίσημα στοιχεία της πολιτείας, που έχουν δημοσιοποιηθεί σε πρόσφατη έκθεση στον ΟΗΕ, στη συνέχεια καταγγελιών του ΕΠΣΕ.
Παράλληλα, κατά την ίδια περίοδο, υπήρξαν 99 υποθέσεις χρήσης όπλων από αστυνομικούς κατά 20 Ρομά, 37 αλλοδαπών και 75 λοιπών Ελλήνων πολιτών. Ένας αστυνομικός αποτάχθηκε, ένας καταδικάστηκε από Εφετείο ενώ 4 καταδικάστηκαν πρωτόδικα και εκκρεμεί η εκδίκαση των εφέσεων. Από τη χρήση όπλων 12 άτομα σκοτώθηκαν (2 Ρομά, 4 αλλοδαποί και 6 λοιποί Έλληνες) και άλλα 27 τραυματίστηκαν (11 αλλοδαποί και 16 λοιποί Έλληνες).Την ίδια περίοδο επίσης το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου καταδίκασε την Ελλάδα τέσσερις φορές για κακοποίηση πολιτών από αστυνομικούς (τρεις σε υποθέσεις του ΕΠΣΕ) και τρεις για παράνομη χρήση όπλου από αστυνομικούς (δύο σε υποθέσεις του ΕΠΣΕ). Δείτε περισσότερα στοιχεία εδώ.
Είναι νομίζω προφανές ότι τα περιστατικά αυτά δεν είναι αμελητέα ως προς το πλήθος τους και ότι δεν αντιμετωπίστηκαν σε όλες τις περιπτώσεις με την απαραίτητη αυστηρότητα που είναι επιβεβλημένη από μέρους της πολιτείας έναντι όλων αυτών που έχουν κληθεί να προστατεύουν την ασφάλεια αλλά και την ελευθερία των Ελλήνων πολιτών. Έχω τη γνώμη πως πράξεις που εκφεύγουν ενός στενού δημοκρατικού πλαισίου πρέπει να αντιμετωπίζονται με μηδενική ανοχή και όσα άτομα αποδεδειγμένα δεν σέβονται ευλαβικά το πλαίσιο αυτό να αποτάσσονται από το αστυνομικό σώμα χωρίς δεύτερες σκέψεις. Όποτε, η ύπαρξη περιστατικών όπως τα παραπάνω και οι καταδίκες από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου θεωρώ ότι αναδεικνύουν εμφατικά το γεγονός πως η πολιτεία οφείλει να κάνει και άλλα βήματα - έχουν γίνει αρκετά μεταπολιτευτικά - στην κατεύθυνση του εξοβελισμού τέτοιων φαινομένων. Βέβαια, αυτό δεν σημαίνει σε καμιά περίπτωση πως η αστυνομική βία είναι ανεξέλεγκτη και ατιμώρητη στην Ελλάδα - όπως κάποιοι επίμονα ισχυρίζονται - ή πως όσοι διαμένουν σε αυτή τη χώρα ζουν υπό καθεστώς αστυνομοκρατίας. Άλλωστε, πιστεύω ότι η δημοκρατική συγκρότηση της πολιτείας μας δε θα επέτρεπε την ύπαρξη συμπεριφορών γενικευμένης αστυνομικής βίας ή την συστηματική καταστολή διαφόρων εγκληματικών δραστηριοτήτων εκτός ενός στενού δημοκρατικού πλαισίου και πλαισίου της νομιμότητας.
Παρατήρηση δεύτερη




Παρατήρηση τέταρτη
Πριν ολοκληρώσω την εκτενή αυτή ανάρτηση δεν θα μπορούσα να μην κάνω μια επιγραμματική τουλάχιστον αναφορά στη βία - αυτή καθαυτή - που ανακίνησε ως θέμα το σφοδρό, εκτεταμένο και ογκώδες κύμα βίαιων συμπεριφορών των προηγούμενων ημερών. Μια αναφορά που προφανέστατα δεν σχετίζεται με τις μαθητικές κινητοποιήσεις, τις οποίες θεωρώ μια υγιή αντίδραση και οι οποίες κινούνταν σταθερά σε ένα πλαίσιο δημοκρατικό, θεμιτό και απολύτως αποδεκτό. Η βία λοιπόν, θεωρώ ότι δεν μπορεί να είναι αποδεκτή ως πολιτικό μέσο σε μια Δημοκρατία, ακόμα και αν αυτή η βία εδράζεται σε ένα στέρεο αιτιολογικό βάθρο. Και εξηγούμαι: Το πολίτευμα που απολαμβάνουμε, σε αντίθεση με διάφορες μορφές τυραννίας, επιτρέπει την διατύπωση και την προώθηση όλων των απόψεων - ακόμα και των πιο ακραίων εξ' αυτών - και την επίτευξη διαφόρων θεσμικών αλλαγών εξαιρετικά ριζοσπαστικών προς όλες τις πολιτικές κατευθύνσεις. Με μια αυστηρή προϋπόθεση βεβαίως, την αποδοχή αυτών των απόψεων και των πολιτικών που επαγγέλλονται αυτές από την πλειοψηφία της κοινωνίας. Έτσι, συνάγεται ότι η χρήση βίας ως μέσο προώθησης μιας πολιτικής σε ένα δημοκρατικό πολιτικό περιβάλλον έχει νόημα μόνο εφόσον η πολιτική αυτή δεν γίνεται πλειοψηφικά αποδεκτή από την κοινωνία. Οπότε, ως εκ τούτου - κατά την προσωπική μου γνώμη - η πολιτική αυτή βία σε ένα πολίτευμα όπως το δικό μας δεν μπορεί να έχει καμιά ηθική νομιμοποίηση. Και νομίζω ότι λίγοι θα διαφωνήσουν σε αυτό, με την εξαίρεση ίσως όσων έχουν προσκολληθεί σε αδιαμφισβήτητες δογματικές βεβαιότητες σε τέτοιο βαθμό, που απλά να περιφρονούν την πλειοψηφία ή όποιον άλλο δεν συμφωνεί με αυτές.
Αλλά πέραν όλων των παραπάνω περί της ηθικής νομιμοποίησης, η χρήση βίας ως πολιτικό μέσο και η ολιστική κοινωνική μηχανική - με την οποία ευθέως σχετίζεται - αυτή δηλαδή της εκκαθάρισης του πολιτικού καμβά και του επανασχεδιασμού εξ' αρχής ενός ριζικά διαφορετικού πολιτικού τοπίου είναι πολύ λιγότερο αποτελεσματική μέθοδος σε σύγκριση με την εναλλακτική μιας ποππεριανής βήμα προς βήμα κοινωνικής μηχανικής (#). Αυτή η δεύτερη μέθοδος θα λέγαμε ότι είναι μια προσπάθεια μεταβολών βήμα προς βήμα μέσα στο δημοκρατικό πλαίσιο με στόχο την αντιμετώπιση συγκεκριμένων προβλημάτων ή και ενδεχομένως την προσέγγιση συγκεκριμένων βραχυπρόθεσμων πολιτικών στόχων, οι οποίοι προφανώς μπορεί και να αλλάξουν ανάλογα με την ανάδραση από την πραγματοποίηση των επιμέρους βημάτων. Με άλλα λόγια, η βήμα προς βήμα κοινωνική μηχανική μέσω της δοκιμής και του σφάλματος επιτρέπει - σε αντίθεση με την ολιστική - την αναγνώριση επιμέρους λαθών που έχουν συντελεστεί και την αναπροσαρμογή της πολιτικής κατεύθυνσης που εκ των προτέρων έχει επιλεγεί. Συνεπώς - επανερχόμενος στη σύγκριση που έκανα στην αρχή της παραγράφου - η βία και η ολιστική κοινωνική μηχανική φαίνεται ως ένα πολύ λιγότερο αποτελεσματικό μέσο, αν όχι ένα εντελώς αναποτελεσματικό, τουλάχιστον σε όσους εξ' ημών αφενός δυσπιστούμε για την δυνατότητα της ύπαρξης ενός παραδείσου επί γης και αφετέρου πιστεύουμε πως δεν υπάρχουν αλάνθαστες δογματικές αλήθειες από τις οποίες αναγκαστικά περνάει ο δρόμος για την πραγμάτωση του επίγειου αυτού παραδείσου.
(#) βλέπε σελ. 187, 192, 193, 194, 197, 212-13, 286, 328, 351, 353, 568 του βιβλίου "Open Society and Its Enemies" του Karl Popper