Για τη γέννηση αυτού του blog: " 'Eναυσμα αναπόδεικτο καλεί τήν πρώτη λέξη,... ανάθεμα ικετευτικό αρτώμενο θα εμπαίξει, τη μάταιη προσήλωση διστατικού πιστού, που αναπολει τη σιωπηλή ακίνητη ικεσία, πρωτού του εννοήματος ματώσουν τα φτερά... ", απόσπασμα από ποίημα του Γ. Βέλτσου

Showing posts with label Philosophy. Show all posts
Showing posts with label Philosophy. Show all posts

Saturday, 1 December 2007

Ο Γιώργος Παπανδρέου αιχμάλωτος του «φυλετισμού» του Πα.Σο.Κ.

Τελικά η διαδικασία για την εκλογή προέδρου στο Πα.Σο.Κ. ανέδειξε - με ένα συντριπτικό ποσοστό και από τη πρώτη κιόλας Κυριακή - ως πρόεδρο του κινήματος τον Γιώργο Παπανδρέου. Πιο συγκεκριμένα, ο κ. Παπανδρέου συγκέντρωσε ποσοστό κοντά στο 56% (ήτοι 407.407 ψήφους), ο κ. Βενιζέλος σχεδόν 39% και ο κ. Σκανδαλίδης περίπου 6%.

Ακούστηκαν πολλά για τη διαδικασία και αρκετά από αυτά ήταν υπερβολικά. Ενδεικτικά αναφέρω τις αστείες και αφελείς δηλώσεις ορισμένων περί πανευρωπαϊκής ή ακόμα και παγκόσμιας πρωτοτυπίας (!!!) ή και τις περίεργες δηλώσεις άλλων περί νοθείας, γελοίας διαδικασίας κ.λ.π. Κατά τη γνώμη μου η αλήθεια είναι η εξής: Η συγκεκριμένη διαδικασία, παρ’ όλες τις όποιες οργανωτικές αδυναμίες της, ήταν μια διαδικασία δημοκρατική που ανοίγει το κίνημα στη κοινωνία και αποδυναμώνει τη δράση των μηχανισμών που λειτουργούν σήμερα μέσα στο κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης (και όχι μόνο σε αυτό). Αυτό το γεγονός είναι νομίζω προφανές σε καθένα που εξετάζει το θέμα χωρίς σκοπιμότητες και ιδιοτέλειες. Όπως και από την άλλη, προφανές είναι και το γεγονός πως η συγκεκριμένη διαδικασία δεν εγγυάται (πώς θα μπορούσε άλλωστε;) ότι ο τρόπος άσκησης της εξουσίας, από πλευράς του προέδρου που προκύπτει από αυτή, θα είναι περισσότερο δημοκρατικός. Αντίθετα μάλιστα, εύλογα κάποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί πως σε ένα κομματικό περιβάλλον που δεν υπάρχουν εγκαθιδρυμένες δομές ελέγχου της εξουσίας του προέδρου, μια τέτοια διαδικασία εκλογής που προσφεύγει σε ένα τόσο ευρύ εκλογικό σώμα μπορεί να «νομιμοποιήσει» μια περισσότερο συγκεντρωτική και λιγότερο δημοκρατική προεδρική θητεία. Το θέμα αυτό σχετικά με τη διαδικασία εκλογής προέδρου, τις δομές ελέγχου της προεδρικής εξουσίας κ.λ.π. είναι σίγουρα μεγάλο και δεν εξαντλείται σε μια παράγραφο. Αλλά παρ’ όλα αυτά δε σκοπεύω να επεκταθώ περισσότερο στη παρούσα ανάρτηση, πάνω στο συγκεκριμένο. Αυτό με το οποίο θα ήθελα να ασχοληθώ κυρίως εδώ είναι το αν δικαιολογείται η αισιοδοξία αρκετών ανθρώπων, που βασιζόμενοι στην ανοικτή και δημοκρατική διαδικασία εκλογής προέδρου και στις νεωτεριστικές απόψεις που κατά καιρούς έχει διατυπώσει ο Γιώργος Παπανδρέου αναμένουν από εκείνον κοσμογονικές αλλαγές στις δομές του κινήματος και τον μετασχηματισμό του πολιτικού λόγου του Πα.Σο.Κ, ώστε να καταστεί σύγχρονος και ουσιαστικά προοδευτικός. Η έννοια κλειδί εδώ δεν είναι άλλη από αυτή που έχει επικαλεστεί κατά καιρούς ο πρόεδρος του Πα.Σο.Κ. - και άλλοι πολιτικοί - χωρίς βέβαια να της αποδίδουν πάντα το ακριβές εννοιολογικό της περιεχόμενο, αυτή της ανοικτής κοινωνίας (Η ανοικτή κοινωνία ορίστηκε περίπου το 1945, στο βιβλίο-σταθμό για τη σύγχρονη φιλοσοφική σκέψη «Η ανοικτή κοινωνία και η εχθροί της» (*) του μεγάλου Βιεννέζου φιλοσόφου Sir Karl Popper, ενός από τα γονιμότερα πνεύματα του 20ου αιώνα).

Κατά τη διάρκεια της περιόδου που προηγήθηκε της εκλογής του προέδρου του κινήματος ακούστηκαν διάφορα επιχειρήματα υπέρ της επανεκλογής του Γιώργου Παπανδρέου στη θέση του προέδρου του Πα.Σο.Κ. Όμως, ένας προσεκτικός παρατηρητής θα διαπιστώσει ότι σχεδόν όλα αυτά τα επιχειρήματα αντικατόπτριζαν μια συγκεκριμένη πολιτική αντίληψη που φαίνεται ότι ήταν και είναι κοινή σε αρκετά στελέχη που στήριξαν το Γιώργο Παπανδρέου και ενδεχομένως όχι μόνο σε αυτά τα στελέχη.

Ακούσαμε λοιπόν, προς στήριξη του γόνου Παπανδρέου - σε διάφορες παραλλαγές - θέσεις όπως: «Οι Παπανδρέου πράττουν αυτό ή δεν πράττουν το άλλο» ή και «Πως είναι δυνατόν ένας Παπανδρέου να θεωρείται ότι μπορεί να κάνει τη μια πράξη και να μη κάνει την άλλη» κ.ο.κ. Επί παραδείγματι, θυμάμαι βουλευτή της αξιωματικής αντιπολίτευσης, που πολιτεύεται στη Θεσσαλονίκη και θεωρείται εκ των στενότερων συνεργατών του Γ. Παπανδρέου και ο οποίος είναι καλλιεργημένος άνθρωπος και σοβαρός πολιτικός, να αντιλέγει σε τηλεοπτικό παράθυρο έναντι όσων υπεστήριζαν ότι ο Γιώργος μπορεί να διαλύσει το Πα.Σο.Κ. λέγοντας: «Είναι δυνατόν κάποιος που φέρει το όνομα Παπανδρέου, το οποίο έχει σφραγίσει την διακήρυξη της 3ης του Σεπτέμβρη, να προκαλέσει με τις πράξεις του τη διάλυση του Πα.Σο.Κ;». Βέβαια ενώ κάποια στελέχη διατύπωναν ευθέως τέτοιες θέσεις-επιχειρήματα στήριξης, είναι αλήθεια πως άλλα στελέχη τις σκέψεις τους αυτές τις διατύπωναν με συγκεκαλυμμένο τρόπο, προσπαθώντας να καταστήσουν ορθολογικοφανή, επιχειρήματα των οποίων ο πυρήνας ήταν εμφανώς ανορθολογικός. Και ο πυρήνας επιχειρημάτων τέτοιου τύπου θεωρώ πως ήταν ο εξής: ο Γιώργος Παπανδρέου που φέρει το συγκεκριμένο βαρύ πολιτικό όνομα δε μπορεί παρά να φέρει και κάποιες συγκεκριμένες πολιτικές αρετές και ως εκ τούτου πρέπει να παραμείνει ηγέτης του Πα.Σο.Κ! Αυτή η αντίληψη κατά τη γνώμη μου αντικατοπτρίζει μια άκαμπτη στάση εθιμικής απόδοσης προνομίων σε πρόσωπα και στους απογόνους αυτών, μια στάση που βασίζεται σε «μαγικά ταμπού» και προφανώς απέχει πολύ από μια ορθολογική επιλογή. Μοιάζει, χωρίς ειλικρινά καμιά διάθεση ειρωνείας, με τη στάση φυλετικών κοινωνιών – όπως για παράδειγμα οι Maori – που κυβερνιόντουσαν από φύλαρχους ή βασιλείς ή από αριστοκρατικές οικογένειες και αδυνατούσαν να κάνουν διάκριση ανάμεσα στις «εθιμικές ή τις κατά σύμβαση κανονικότητες της κοινωνικής ζωής και στις κανονικότητες που λειτουργούν στη φύση». Η στάση αυτή θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «μαγική ή ανορθόλογη στάση» απέναντι στα έθιμα, κατά την ποππεριανή διατύπωση.

Παράλληλα, άλλοι βουλευτές του κινήματος εξηγούσαν πως η επιλογή τους στο πρόσωπο του Γιώργου Παπανδρέου εκπορευόταν κατά κάποιο τρόπο από την πολιτική τους ηθική (;). Συγκεκριμένα, αρκετά ιστορικά στελέχη του Πα.Σο.Κ. τα οποία κατά καιρούς είτε είχαν απλά διαφωνήσει σε πολλά με τον Γιώργο, είτε βρίσκονταν στον αντίποδα όλων των πολιτικών του επιλογών, έκαναν δηλώσεις όπως: «Η προσωπική μου πολιτική ιστορία ή η σχέση μου με τον Ανδρέα Παπανδρέου δεν μου αφήνει άλλη επιλογή από τη στήριξη του Γιώργου Ανδρέα Παπανδρέου». Ή και όταν δεν το έλεγαν αυτό καθαρά φρόντιζαν οι αναφορές τους στον Αντρέα Παπανδρέου και τη σχέση τους με τον ιδρυτή του κινήματος να είναι περισσότερες από τις αναφορές στον Γιώργο και την πολιτική που εκφράζει – αναφορές που έλλειπαν συχνά τελείως από τις δηλώσεις πολλών – ώστε να γίνει σαφές πιο ήταν το ελατήριο της στήριξης της υποψηφιότητας του Γιώργου. Άλλοι πάλι, οι οποίοι είχαν πολιτικό παρελθόν εκτός Πα.Σο.Κ, ένιωσαν πως έπρεπε να στηρίξουν την υποψηφιότητα του γόνου Παπανδρέου, ώστε να αποδείξουν τη στενή σχέση που τους συνδέει σήμερα με το κίνημα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, οι δηλώσεις γυναίκας πολιτικού που από το 74’ μέχρι σήμερα έχει εκλεγεί βουλευτής με 3 διαφορετικά κόμματα και 1 συνασπισμό κομμάτων (!!) που είπε ότι: «Εξ΄ αρχής επίσης είχα δηλώσει ότι αντιλαμβάνομαι ως ηθική υποχρέωσή μου (!) να μη βρεθώ απέναντι από τον Πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ Γιώργο Παπανδρέου. Αυτό και θα πράξω». Άλλη μια κραυγαλέα ομοιότητα με τις φυλετικές κοινωνίες που «ο ορθός τρόπος είναι πάντα καθορισμένος λόγω της συλλογικής φυλετικής παράδοσης» - όπως έλεγε και ο Popper - και δεν υπάρχουν πολλά «περιθώρια για προσωπική υπευθυνότητα».

Ανακεφαλαιώνοντας, τα επιχειρήματα των στελεχών του Πα.Σο.Κ. υπέρ του Γιώργου Παπανδρέου, κατά τη ταπεινή μου γνώμη και νομίζω πως όχι μόνο τη δική μου, αντικατοπτρίζουν μια μαγική ή ανορθολογική στάση απέναντι στα έθιμα και τις κατά σύμβαση κανονικότητες της κοινωνικής ζωής και μου δίνουν την αίσθηση ότι προβάλουν τον ορθό τρόπο σαν να είναι πάντα καθορισμένος από μια συλλογική κομματική παράδοση. Όμως, αυτή η συγκεκριμένη στάση, κατά τον Popper, είναι η στάση που χαρακτηρίζει μια κοινωνία ανθρώπων ως κλειστή ή μαγική ή κολεκτιβιστική, σε αντιδιαστολή προς αυτό που ορίζει ο ίδιος ως ανοικτή κοινωνία (**).

Μετά λοιπόν από όλα αυτά, επανέρχομαι στο θέμα που είχα θέσει σχετικά με τις προσδοκίες κάποιων στο πρόσωπο του Γιώργου Παπανδρέου περί επικείμενων αλλαγών και προοδευτικού πολιτικού λόγου και απαντώ ως εξής: Πόσο πιθανό είναι ο πρόεδρος του Πα.Σο.Κ. που μέχρι τώρα έχει επιδείξει τρομακτική αναποφασιστικότητα και παντελή αδυναμία συγκρότησης ενός σταθερού πυρήνα πολιτικών θέσεων (με αποτέλεσμα να κάνει συχνά στροφές 180ο, επηρεαζόμενος από το περιβάλλον του) να προωθήσει απαρέγκλιτα τη παραμικρή αλλαγή – ειδικά σήμερα που ο κύκλος των ανθρώπων που τον στηρίζει είναι πολύ συγκεκριμένος και έχει συγκεκριμένα πολιτικά χαρακτηριστικά – και μάλιστα η αλλαγή αυτή να είναι σε κατεύθυνση σύγχρονη και προοδευτική, να στοχεύει σε ένα δημοκρατικό και ανοικτό κόμμα και να φιλοδοξεί στο να συμβάλει η κοινωνία μας να γίνει πιο δίκαιη και πιο ανοικτή; Δυστυχώς, νομίζω πως η απάντηση είναι προφανής σε όλους.


(*) Το βιβλίο αυτό κυκλοφόρησε στα ελληνικά το 1982 από τις εκδόσεις «Δωδώνη», σε εξαιρετική μετάφραση της κ. Ειρ. Παπαδάκη. Σήμερα κυκλοφορεί (σε δύο τόμους) από τις εκδόσεις «Παπαζήση» σε μετάφραση και πάλι της κ. Παπαδάκη.

(**) Πβ. Karl Popper, Η ανοικτή κοινωνία και οι εχθροί της, Τόμος Ι, Κεφ. 10, σελ. 279-281 (εκδόσεις Παπαζήση).

Σημείωση: Το εξαιρετικό σκίτσο που απεικονίζει το Γ. Παπανδρέου είναι του Σπ. Ορνεράκη.

Πρόσθεσε στο Cull.gr

buzz it!

Saturday, 26 May 2007

Ο Πάγκαλος, η Αριστερά και μια ερμηνεία του παραδόξου της Δημοκρατίας

«Όταν λες ο νόμος δεν θα εφαρμοστεί ή όταν λες ότι νόμος είναι το δίκαιο του εργάτη, δηλαδή το δίκαιο της συγκεκριμένης διαδήλωσης, δηλαδή του κόμματος που πλαισιώνει αυτή τη συγκεκριμένη διαδήλωση και την εμπνέει, τότε αυτό είναι κατάλυση της Δημοκρατίας. Σημαίνει ότι οι δύο σχηματισμοί της Άκρας Αριστεράς στο Κοινοβούλιο - το Κ.Κ.Ε. και ο ΣΥΝ. - δεν έχουν ακόμη καταλάβει με τα τόσα χρόνια που πέρασαν τι σημαίνει Κοινοβουλευτική Δημοκρατία και δεν την έχουν πλήρως αποδεχτεί» αυτά και άλλα πολλά είχε δηλώσει ο βουλευτής του Πα.Σο.Κ. (και εκ των ιδρυτικών στελεχών της νεολαίας Λαμπράκη!) κ. Θ. Πάγκαλος, λίγο μετά την ψήφιση του νόμου πλαισίου για την Παιδεία, με αφορμή τη στάση της Αριστεράς. Και είχε ξεσπάσει η γνωστή θύελλα αντιδράσεων. Είχε όμως δίκιο ο πρώην υπουργός;
Ο πυρήνας του επιχειρήματος του κ. Πάγκαλου ήταν ο εξής: Το κοινοβούλιο αντιπροσωπεύει τον κυρίαρχο ελληνικό λαό και εκφράζει τη βούληση του. Επίσης, είναι γεγονός ότι ο νόμος-πλαίσιο για την παιδεία ψηφίστηκε με άνετη πλειοψηφία - αυτήν της συμπολίτευσης - από τη βουλή και αποτελεί πλέον νόμο του κράτους. Ακόμα, είναι προφανές ότι κάθε δημοκρατικός πολίτης πιστεύει στην αρχή της διακυβέρνησης από την πλειοψηφία. Άρα, το Κ.Κ.Ε. και ο ΣΥΝ. που λένε ότι ο νόμος που ψήφισε η βουλή δε θα εφαρμοστεί (υπονοώντας προφανώς ότι θα τον ανατρέψουν, πείθοντας τη κυβέρνηση να φέρει άλλο νόμο) και ότι το δίκαιο είναι με το μέρος τους και όχι με την πλειοψηφία δείχνουν ότι δεν έχουν αποδεχθεί τη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία και ίσως δεν είναι δημοκρατικά κόμματα, γι’ αυτό και τα χαρακτήρισε σχηματισμούς της άκρας Αριστεράς!
Το επιχείρημα αυτό τού κ. Πάγκαλου έχει νομίζω άμεση σχέση με μια ιδέα την οποία η Πολιτική Φιλοσοφία αποκαλεί, παράδοξο της Δημοκρατίας (1) και έχει τη βάση του στο γνωστό παράδοξο της ελευθερίας, το οποίο πρωτοπαρουσιάζει ο Πλάτωνας (2). Το παράδοξο της Δημοκρατίας λέει το εξής: Έστω, ότι κάποια μέρα ο λαός επιλέγει κατά πλειοψηφία να μην κυβερνά ο ίδιος, αλλά στη θέση του ένας τύραννος. Δεδομένου ότι κάθε δημοκρατικός πολίτης έχει ως βάση του πολιτικού του πιστεύω την αρχή της διακυβέρνησης της πλειοψηφίας, τότε το ερώτημα που τίθεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι τι πρέπει να πράξει ένας γνήσιος δημοκράτης; Από τη μια μεριά, η αρχή της διακυβέρνησης της πλειοψηφίας που έχει υιοθετήσει του υπαγορεύει να απορρίψει την τυραννία και από την άλλη τον υποχρεώνει να αποδεχθεί την ετυμηγορία της πλειοψηφίας, δηλ. την τυραννία. Αυτό, προφανώς αποτελεί αντίφαση! Από πού όμως προέρχεται αυτή η αντίφαση;
Ο Karl Popper διαπιστώνει με θαυμαστή οξυδέρκεια ότι το πρόβλημα είναι ο τρόπος που ορίστηκε η αρχή της διακυβέρνησης της πλειοψηφίας (3). Γενικά, ο Βιεννέζος φιλόσοφος έχει ονομάσει θεωρία της κυριαρχίας, κάθε θεωρία που υποστηρίζει ότι η πολιτική δύναμη πρέπει να είναι ανεξέλεγκτη ή τουλάχιστον πρακτικά έτσι συμβαίνει και συνεπώς το κύριο πρόβλημα που απομένει είναι να περάσει στα καλύτερα χέρια. Στο πλαίσιο αυτής της θεωρίας δεν έχει νόημα να εξετάσουμε το πως θα κυβερνάει ένας κυβερνήτης ή το πόση εξουσία θα του εκχωρήσουμε, αλλά μόνο το ποιος θα κυβερνάει (4). Στο παράδοξο της δημοκρατίας που περιγράφηκε παραπάνω η αρχή της διακυβέρνησης της πλειοψηφίας, που δίνει απόλυτη πολιτική δύναμη στην πλειοψηφία ή στον κυβερνήτη που εκλέγει η πλειοψηφία, χωρίς να εισάγει θεσμούς ελέγχου του, δεν είναι τίποτα άλλο από μια θεωρία κυριαρχίας. Όμως, όπως κανείς εύκολα μπορεί να διαπιστώσει όλες αυτές οι θεωρίες κυριαρχίας έχουν χαρακτήρα παραδόξου (5). Έτσι, το πρόβλημα στο παράδοξο της Δημοκρατίας φαίνεται ότι δεν ήταν εγγενές πρόβλημα της Δημοκρατίας, αλλά πρόβλημα της αυτοαντιφατικής αρχής της διακυβέρνησης της πλειοψηφίας που παρουσιάζεται εκεί!
Στη δυτική δημοκρατία δεν υφίσταται καμιά θεωρία κυριαρχίας, παρόλο που η πλειοψηφία διαδραματίζει κυρίαρχο ρόλο, αφού οι εγκαθιδρυμένοι κοινωνικοί δημοκρατικοί θεσμοί παρέχουν τα μέσα με τα οποία οι κυβερνώμενοι μπορούν να απομακρύνουν τους κυβερνώντες, οι οποίοι κατά συνέπεια δεν απολαμβάνουν απόλυτη εξουσία. Οι κυβερνήσεις που ορίζει η λαϊκή εντολή - μέσω των γενικών εκλογών - οφείλουν να κυβερνούν προς όφελος του λαού, μέσα στο πλαίσιο του συντάγματος, σεβόμενες τις ελευθερίες, τα δικαιώματα των πολιτών, τη διάκριση των εξουσιών κ.λ.π. και το πράττουν αυτό, αφού σε κάθε άλλη περίπτωση η πλειοψηφία του λαού αποφασίζει την απομάκρυνση τους. Οι θεσμοί αυτοί του δημοκρατικού ελέγχου, είναι και το σημείο που διαφοροποιεί αυτό που θα λέγαμε γενικά Δημοκρατία από αυτό που θα λέγαμε γενικά Τυραννία. Δημοκρατία μπορούμε να πούμε ότι είναι ένας τύπος πολιτεύματος που στηρίζεται στην πλειοψηφία και έχει κοινωνικούς θεσμούς ελέγχου της εξουσίας, όπως οι γενικές εκλογές, ενώ Τυραννία (ή Δικτατορία) είναι ένας τύπος πολιτεύματος που δεν παρέχει τα μέσα με τα οποία οι κυβερνώμενοι μπορούν να απομακρύνουν τους κυβερνώντες και έτσι οι πρώτοι μπορούν να απαλλαγούν από τους δεύτερους μόνο με επανάσταση (6). Ευνόητο είναι ότι η ευθύνη των πολιτών σε μια δημοκρατία είναι μεγάλη, αφού οφείλουν από τη μια να επαγρυπνούν και να ελέγχουν την εκάστοτε κυβέρνηση και από την άλλη να μην υπερβάλουν στον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν στο πλαίσιο των ελευθεριών που παρέχει το πολίτευμα. Κάθε άλλη συμπεριφορά πληγώνει το πολίτευμα αυτό. Βεβαίως, για να ξεκαθαρίσουμε τα πράγματα, η δυτική δημοκρατία (ή φιλελεύθερη δημοκρατία) που απολαμβάνουμε, με τους δοκιμασμένους θεσμούς δημοκρατικού ελέγχου, που αποτελούν αναντίλεκτα αποτελεσματικούς θεσμούς κατά της ανεξέλεγκτης πολιτικής ισχύος, δε προεξοφλεί ότι η ασκούμενη πολιτική θα είναι καλύτερη από την πολιτική ενός σοφού και καλοπροαίρετου τυράννου, αλλά προεξοφλεί ότι σίγουρα θα είναι καλύτερη από την πολική ενός τυράννου που δεν είναι σοφός και καλοπροαίρετος. Σε ένα τέτοιο πολίτευμα, με θεσμούς ελέγχου της εξουσίας, δεν μπορεί να υπάρξει αντίφαση όπως αυτή στο παραπάνω παράδοξο, αφού ο κυβερνήτης κινείται σε συγκεκριμένο και προκαθορισμένο πλαίσιο και ο πολίτης έχει συγκεκριμένους τρόπους με τους οποίους μπορεί με δημοκρατικά μέσα να αντιταχθεί στο αποτέλεσμα μιας ψηφοφορίας, αν θεωρήσει ότι το αποτέλεσμα αυτής είναι ενάντια στη Δημοκρατία. Ο δημοκρατικός πολίτης δεν είναι εδώ υποχρεωμένος να δεχθεί το αποτέλεσμα μιας δημοκρατικής ψηφοφορίας ως μια άνευ όρων έκφραση δικαίου.
Στην περίπτωση του παραδόξου της δημοκρατίας που περιγράφηκε παραπάνω - στο οποίο είχε εισαχθεί μια θεωρία της κυριαρχίας της πλειοψηφίας - κατά τη περίπτωση που ο λαός επέλεγε, κατά πλειοψηφία, να κυβερνάται από ένα τύραννο, ο δημοκρατικός πολίτης που θα επέλεγε να αντιταχθεί σε αυτό, ανεξαρτήτως του μέσου που θα χρησιμοποιούσε, θα μπορούσε να κατηγορηθεί από κάποιους - και θα ήταν λογικό - ως μη δημοκρατικός αφού με αυτόν τον τρόπο θα παραβίαζε την αρχή της διακυβέρνησης της πλειοψηφίας. Θυμίζω ότι στο παράδειγμα του παραδόξου το μόνο ζητούμενο ήταν να άρχει ο κυβερνήτης που όριζε η πλειοψηφία χωρίς να θέτουμε ως στόχο την θέσπιση θεσμών κατά της ανεξέλεγκτης πολιτικής ισχύος του. Στη περίπτωση του νόμου-πλαισίου προφανέστατα δεν έχουμε να κάνουμε με νόμο που εγκαθιδρύει την τυραννία, αλλά ενδεχομένως τα κόμματα της Αριστεράς ή κάποιος άλλος να θεωρεί ότι κάποιες δημοκρατικές ελευθερίες περιστέλλονται ή κάποια δικαιώματα αφαιρούνται και υπό αυτή την έννοια υπάρχει σαφέστατη αντιστοιχία με το παράδειγμα του παραδόξου. Αν κάνουμε την υπόθεση εργασίας ότι κάτι τέτοιο είναι αλήθεια, τότε ένας πολίτης ή ένας πολιτικός φορέας που αντιστέκεται σε αυτό και ισχυρίζεται ότι ο νόμος δεν είναι δίκαιος είναι μη δημοκρατικός; Ο κ. Πάγκαλος απαντά ναι. Ο πληθωρικός πολιτικός με το συγκεκριμένο επιχείρημα φαίνεται να υιοθετεί την θεωρία της κυριαρχίας της πλειοψηφίας και έτσι επικαλούμενος την πλειοψηφία και την προσπάθεια ανατροπής του νόμου από μέρους της Αριστεράς, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τα κόμματα της Αριστεράς είναι μη δημοκρατικά, χωρίς να ενδιαφέρεται και να εξετάζει τα μέσα που χρησιμοποιούν. Και προφανώς αν δεχθούμε την αρχή της πλειοψηφίας, έτσι όπως παρουσιάζεται στο παράδοξο, τότε είναι πράγματι λογικό συμπέρασμα ότι ο αυτός που προσπαθεί να ανατρέψει τον νόμο, ανεξαρτήτως του πώς προσπαθεί να το κάνει αυτό, είναι μη δημοκρατικός, υπό την έννοια ότι δεν είναι συνεπής στην αρχή της διακυβέρνησης της πλειοψηφίας. Όμως, η φιλελεύθερη δημοκρατία που απολαμβάνουμε στην Ελλάδα - ως πραγματική Δημοκρατία που είναι - δεν έχει ως βάση της κάποια θεωρία της κυριαρχίας, αλλά γενικές εκλογές που συνοδεύονται και από αποτελεσματικούς δημοκρατικούς θεσμούς και παραδόσεις κατά της ανεξέλεγκτης πολιτικής ισχύος. Μια από αυτές είναι και οι διαδηλώσεις, με τις οποίες η Αριστερά ή και άλλοι προσπαθούν να καταργήσουν αυτόν τον νόμο-πλαίσιο, που πιστεύουν ότι είναι σε μια κατεύθυνση περιορισμού δημοκρατικών ελευθεριών και δικαιωμάτων (προσωπικά διαφωνώ με την εκτίμηση τους για την κατεύθυνση αυτού του νόμου). Βέβαια και από την άλλη μεριά, ο δημοκρατικός πολίτης, αν θέλει να παραμείνει δημοκρατικός, οφείλει να προσπαθεί να ανατρέψει ακόμα και ένα νόμο που θεωρεί ότι βλάπτει τη δημοκρατία, με μέσα δημοκρατικά (στο πολίτευμα μας υπάρχουν θεσμικά αναχώματα απέναντι σε αντιδημοκρατικούς νόμους αλλά και αρκετά περιθώρια για αντίδραση των ίδιων των πολιτών με χρήση δημοκρατικών μέσων). Ο πολίτης που είναι δημοκράτης οφείλει να σέβεται τη βούληση της πλειοψηφίας, μέχρι να αποδειχθεί ότι στέκουν τα επιχειρήματα εναντίον του νόμου που οδηγούν θεσμικά στη κατάργησή του ή μέχρι να καταφέρει ο ίδιος να πείσει την πλειοψηφία να πάρει μια απόφαση που θα καταργεί την προηγούμενη. Σε αντίθετη περίπτωση, αν ένας πολίτης στο πλαίσιο ενός δημοκρατικού πολιτεύματος επιλέγει να περιφρονεί όλες τις δημοκρατικές μεθόδους αντίδρασης και προκρίνει συνειδητά την μη εφαρμογή ενός νόμου από μέρος του ή προκρίνει μια προσπάθεια κατάργησής του νόμου μέσω της βίας, τότε νομίζω ότι δεν είναι δημοκρατικός.
Καταλήγοντας - σε αντίθεση με τον κ. Πάγκαλο - θεωρώ ότι οι πολίτες μπορούν να αμφισβητούν ένα νόμο που ψηφίστηκε από τη βουλή και να προσπαθούν ίσως και να τον ανατρέψουν, χωρίς να τίθεται εν αμφιβόλω η δημοκρατικότητα τους, υπό την προϋπόθεση όμως ότι αυτό γίνεται με μέσα δημοκρατικά. Η φιλελεύθερη δημοκρατία τους δίνει την δυνατότητα και τα δημοκρατικά μέσα για να το πράξουν αυτό. Όμως, προφανώς δεν ισχύει το ίδιο και γι’ αυτούς που επιλέγουν συνειδητά μη δημοκρατικά μέσα αντίδρασης. Έτσι και στην περίπτωση του νόμου-πλαισίου για την Παιδεία, όσοι εκ των «πολέμιων» του νόμου, αν υπήρξαν τέτοιοι, προέτρεπαν την πανεπιστημιακή κοινότητα να περιφρονήσει την πλειοψηφία και να μην εφαρμόσει τον νόμο ή προσπάθησαν με βιαιότητες να τρομοκρατήσουν την πλειοψηφία, απέδειξαν περίτρανα ότι έχουν στενότατη σχέση με τον ολοκληρωτισμό και τις θεωρίες της κυριαρχίας και μόνο κατ’ επίφαση με τη Δημοκρατία.
___________________________________________

(1) Socratic Method and Critical Philosophy, Leonard Nelson, Yale University Press.
(2)Πολιτεία, Πλάτων. Το παράδοξο της ελευθερίας, πολύ συνοπτικά, ισχυρίζεται ότι η ελευθερία, με την έννοια της απουσίας οποιουδήποτε κατασταλτικού ελέγχου, θα πρέπει να οδηγήσει σε τεράστιο καταναγκασμό, αφού καθιστά ελεύθερο τον αδίστακτο να υποδουλώσει τον εύπιστο.
(3) Η ανοικτή Κοινωνία και οι εχθροί της, Τόμος Ι, Karl Popper, Εκδόσεις Παπαζήση.
(4)Αρκετές φορές στη Πολιτική Φιλοσοφία τίθεται το ερώτημα : «Ποιος πρέπει να άρχει;» και μερικές από τις απαντήσεις που δίνονται είναι «Ο σοφότερος», «Αυτός που κατέχει τη τέχνη της διακυβέρνησης» , «Ο λαός», «Το προλεταριάτο» ή άλλη. Όμως, ποιος ορθολογικός άνθρωπος θα απέρριπτε το να κυβερνά ο σοφότερος ή ο κατέχων τη τέχνη της διακυβέρνησης; Ή εφόσον αποδέχεται τον ιστορικισμό του Marx και την «επιστημονική» πρόρρηση ότι ο καπιταλισμός θα οδηγήσει στην προλεταριοποίηση μέρους της αστικής τάξης και συνεπώς οι εργάτες είτε αποτελούν είτε θα αποτελέσουν πλειοψηφία και μάλιστα αυξανόμενη, ποιος θα αρνηθεί να κυβερνούν οι εργάτες ή το προλεταριάτο; Κανείς! Άρα, υπάρχουν πολλές λογικές απαντήσεις σε αυτή την ερώτηση, γεγονός που δε βοηθάει και πολύ στο πρόβλημα σχετικά με τη διακυβέρνηση. Αλλά, εκτός αυτού υπάρχει και ένα άλλο πιο μεγάλο πρόβλημα, πως θα βρούμε ποιος είναι ο σοφότερος ή ο ικανότερος ή η περιούσια κοινωνική τάξη; Δηλαδή, έστω ότι επιλέγουμε με κάποιον τρόπο ότι θέλουμε να κυβερνά π.χ. ο ικανότερος και έστω ότι διαλέγουμε αυτόν που θεωρούμε ικανότερο, αν αποδειχθεί ότι δεν ήταν ούτε καν ικανός, τότε τι γίνεται; Άρα το θέμα δεν είναι απλά ποιος θα κυβερνάει αλλά και πως θα προστατευτούμε από μια ούτως ή άλλως επισφαλή επιλογή που μπορεί να μην είναι καλή. Έτσι, σωστότερο είναι το ερώτημα «Πώς θα πρέπει να κυβερνά (ο κυβερνήτης) ή Ποιοι πρέπει να είναι οι θεσμοί ώστε ακόμα και ανίκανος ή κακοπροαίρετος να είναι ένας κυβερνήτης να μην μπορεί να προξενήσει μεγάλη ζημιά;». Όμως στο πλαίσιο μιας θεωρίας της κυριαρχίας όπου η πολιτική δύναμη είναι ανεξέλεγκτη, το δεύτερο ερώτημα δεν έχει νόημα και αναγκαστικά περιοριζόμαστε στο να μελετούμε το πρώτο.
(5) Για παράδειγμα, χωρίς βλάβη της γενικότητα, έστω πως επιλέγουμε τον σοφότατο για να κυβερνήσει απολαμβάνοντας απόλυτη πολιτική εξουσία. Ο σοφότατος με τη σοφία του μπορεί να αποφασίσει ότι δεν πρέπει να κυβερνά αυτός, αλλά ο πιο καλός άνθρωπος. Ο πιο καλός άνθρωπος με την καλοσύνη του μπορεί να αποφασίσει ότι δεν πρέπει να κυβερνά αυτός, αλλά η πλειοψηφία. Έτσι έχουμε την εξής αντίφαση: Ο σοφότατος από τη μια πλευρά αν εμπιστευτεί τη σοφία του πρέπει να απορρίψει την επιλογή της παράδοσης της εξουσίας στη πλειοψηφία, αφού η σοφία του υπέδειξε τον καλύτερο άνθρωπο για κυβερνήτη και από την άλλη πρέπει να αποδεχθεί την επιλογή της παράδοσης της εξουσίας στην πλειοψηφία, αφού ο καλύτερος άνθρωπος στον οποίο εκχώρησε την απόλυτη εξουσία, εξαιτίας της σοφίας του, έκανε αυτή την επιλογή. Αυτό, προφανώς αποτελεί αντίφαση!
(6) Η ανοικτή Κοινωνία και οι εχθροί της, Τόμος Ι, Karl Popper, Εκδόσεις Παπαζήση.

Πρόσθεσε στο Cull.gr

buzz it!

Thursday, 29 March 2007

Ο δάσκαλος ως αυθεντία και Φιλόσοφος~Βασιλιάς

Το παρακάτω άρθρο απεστάλη από εμένα τον Αύγουστο του 2006 και δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Το Βημα» και αφορά προγεννέστερο άρθρο της εφημερίδας.


Η αιτία που σας αποστέλλω την επιστολή αυτή είναι το άρθρο του καθηγητή κ.Χαρίδημου Τσούκα με τίτλο: «Φατρίες και συγκεντρωτισμός στα ΑΕΙ», το οποίο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα σας την 15η Αυγούστου. Εντύπωση προκαλεί ότι ο αρθρογράφος επικαλείται σε αυτό τον μεγάλο φιλόσοφο, Karl Popper και την ανοικτή κοινωνία, ενώ ταυτόχρονα φαίνεται να εμφορείται από ιδέες που βρίσκονται στον αντίποδα των ιδεών του φιλελεύθερου αυτού διανοητή. Πιο συγκεκριμένα, ο κ.Τσούκας επισημαίνει ότι το πρόβλημα του ελληνικού πανεπιστημίου είναι κυρίως πολιτισμικό και ανάμεσα στα άλλα που προτείνει να γίνουν, αναφέρει και την «υπαγωγή του φοιτητή στην αυθεντία του δασκάλου». Αντίθετα με αυτή την άποψη, ο Popper επαινεί την Σωκρατική ηθική στην επιστήμη(δηλαδή την συνειδητοποίηση του πόσο λίγα γνωρίζουμε) και ως συνεχιστής του διαφωτισμού, ισχυρίζεται ότι η επιστήμη είναι συνυφασμένη με την αμφισβήτηση και πρέπει να τοποθετείται απέναντι σε κάθε αυθεντία.


Επίσης, ο κ.Τσούκας για να «αποδείξει» την παρακμή των ελληνικών πανεπιστημίων επικαλείται αλλού την προσπάθεια φοιτητών να εμποδίσουν την προαγωγή καθηγητή, σχολιάζοντας ότι «δεν τους πέφτει κανένας λόγος, τυπικά και ουσιαστικά». Έτσι ο αρθρογράφος δίνει την εντύπωση, ελπίζω εκ παρερμηνείας, ότι είναι θιασώτης της μη συμμετοχής των φοιτητών στη λήψη αποφάσεων. Δηλαδή με άλλα λόγια ο κ.Τσούκας φαίνεται να πιστεύει στην απόλυτη εξουσία του πανεπιστημιακού, η οποία προφανώς στηρίζεται στην γνώση που τον αναγορεύει σε αυθεντία. Όμως, η άποψη αυτή μοιάζει να ταυτίζει τον πανεπιστημιακό με τον φιλόσοφο-βασιλιά της Πλατωνικής «Πολιτείας», που έχει δεχθεί την επίθεση του Popper. Η σφοδρή κριτική του Αυστριακού διανοητή εστιάζεται στην απόλυτη εξουσία(ηγεμονία) που απολαμβάνει στην «Πολιτεία» ο φιλόσοφος-βασιλιάς. Αυτή η εξουσία βασίζεται στη θεοποίηση της γνώσης που έχει μετατρέψει τον κυβερνήτη σε ακλόνητη αυθεντία(σχεδόν ημίθεο) και συνεπώς θεωρείται αδιανόητη κάθε κριτική. Εδώ ο φιλόσοφος δεν είναι αυτός που αγαπά την αλήθεια, κατά τον Σωκράτη, αλλά ο περήφανος κάτοχός της, ένας πεπαιδευμένος γνώστης, δηλαδή ένας παντοδύναμος ηγεμόνας.


Καταλήγοντας, πιστεύω ότι μια τέτοια θεωρία της ανεξέλεγκτης κυριαρχίας των πανεπιστημιακών δασκάλων, που βασίζεται στην λογιοσύνη και στην αυθεντία και τελικά αντιστρατεύεται την ανοικτή -κατά Popper- κοινωνία, δεν ταιριάζει σε ένα σύγχρονο, δημοκρατικό και φιλελεύθερο πανεπιστήμιο.

Πρόσθεσε στο Cull.gr

buzz it!